Χλωρίδα

 

Η  παρουσία του ανθρώπου από την αρχαιότητα διαμόρφωσε τη σημερινή βλάστηση, που αποτελείται κυρίως από φρύγανα και αραιούς θαμνώνες, που εναλλάσσονται με παραδοσιακές καλλιέργειες.  Αν και δεν είναι  εντυπωσιακός, ο τύπος αυτός της βλάστησης έχει μεγάλη σημασία από βιολογική άποψη, καθώς παρουσιάζει υψηλή βιοποικιλότητα. Συνολικά, έχουν καταγραφεί 443 φυτικά είδη στο νησί, από τα οποία 32 θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς είναι ενδημικά, σπάνια ή ακόμη και απειλούμενα. Οι αριθμοί αυτοί υποτιμούν την πραγματικότητα, καθώς στην περιοχή δεν έχει γίνει επισταμένη χλωριδική έρευνα.

Κοντά στις ακτές, σε βράχους πάνω από τη θάλασσα και στις εκτεθειμένες στον άνεμο πλαγιές επικρατούν τα “παράκτια” φρύγανα με κύριους εκπρόσωπους τον αλίφονα και το σταμναγκάθι. Προς το εσωτερικό κυρίαρχα είδη είναι η λαδανιά, το ρείκι, η λεβάντα και σπανιότερα η αστοιβή. Ανάμεσα στα φρύγανα απαντούν αραιοί ή πυκνότεροι ασυνεχείς θαμνώνες με φίδες και σχίνα. Πυκνότεροι θαμνώνες βρίσκονται κυρίως σε ρεματιές με κυρίαρχα είδη πάλι τη φίδα, τα σχίνα και την αγριελιά.

Στην Πολύαιγο μοναδική ανθρώπινη παρέμβαση είναι η ελεύθερη κτηνοτροφία, που και αυτή είναι σχετικά χαμηλή σε ένταση. Για τον λόγο αυτό η βλάστηση χαρακτηρίζεται από την παρουσία πυκνότερων θαμνώνων, ιδίως στα  πολυάριθμα ρέματα που κατεβαίνουν από τα βουνά προς τις ακτές,  με φίδες, σχίνα αγριελιές και σπανιότερα κουμαριές και φυλίκια.

Στις πλαγιές των βουνών οι θαμνώνες εναλλάσσονται με πετρώδεις περιοχές με αραιή βλάστηση ή με γυμνούς βραχώδεις όγκους. Το έντονο ανάγλυφο με τις πολυάριθμες μικρές κοιλάδες και ρεματιές δημιουργεί ποικιλία βιοτόπων, που ευνοούν την ύπαρξη αντίστοιχης ποικιλίας ειδών. Τα πιο φτωχά εδάφη καλύπτονται από φρύγανα με κυρίαρχα είδη το ρείκι, τη λαδανιά, τον αλίφονα, την καλοκοιμηθιά κ.α.

Οι ακτές και στα δύο νησιά είναι ως επί το πλείστον βραχώδεις, με χαρακτηριστικά είδη τα αμάραντα και την αλιμιά. Ποικιλία φυτικών ειδών απαντάται στους μικρούς υγρότοπους και στις αμμώδεις παραλίες, που σχηματίζονται στις εκβολές των ρεμάτων, όπως πικροδάφνες, μυρτιές, χαρουπιές, καλαμιές, βούρλα , κρινάκια της θάλασσας κ.λ..

Τα δύο νησιά διαθέτουν εξάλλου μεγάλη ποικιλία αρωματικών φυτών που χρησιμοποιούνται ευρέως στην τοπική κουζίνα, όπως η κάππαρη, ο αμάραθος, το θυμάρι, το θρούμπι, το δενδρολίβανο και πολλά άλλα. Το φθινόπωρο και το χειμώνα, οι νοικοκυρές μαζεύουν μόνες τους μανιτάρια και άγρια χόρτα, που αποτελούν συμπλήρωμα σε πολλά παραδοσιακά κιμωλιάτικα εδέσματα. Τέλος, αρκετά είδη είναι γνωστά για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες και χρησιμοποιούνται ως γιατροσόφια, ακόμη και σήμερα.

 

 

Φίδες (Juniperus Phoenicea)

Η Άρκευθος η φοινικική (Juniperus phoenicea) ανήκει στην οικογένεια των Κυπαρισσίδων και φυτρώνει σε χαμηλά υψόμετρα και παραθαλάσσιες τοποθεσίες  είτε ως θάμνος είτε ως μικρό δένδρο.  Έχει κωνική ή ακανόνιστη κόμη και κορμό που διακλαδίζεται από τη βάση. Τα κλαδιά του είναι πυκνά με κυλινδρικούς κλαδίσκους και φλοιό καστανό σκούρο. Τα φύλλα είναι δύο ειδών, στα νεαρά δέντρα είναι βελονόμορφα, οξύκορφα ενώ στα ενήλικα άτομα είναι λεπιοειδή. Τα άνθη μικρά και ανθίζει στα μέσα του χειμώνα ή  αρχές της άνοιξης.

Το ξύλο του άρκευθου είναι πολύ σκληρό και ανθεκτικό στο χρόνο, γι αυτό το χρησιμοποιούσαν στην οικοδομή προπολεμικά ως δοκάρια σε μεσοπατώματα και ορόφους.

Σχίνοι (Pistacia lentiscus)

 Ο σχίνος είναι γένος αειθαλών θάμνων με πολύ μεγάλη εξάπλωση στον Μεσογειακό χώρο. Η επιστημονική τους ονομασία είναι Πιστακιά. Αναπτύσσονται σε χαμηλότερα υψόμετρα και σε παραθαλάσσιες περιοχές. Συχνά το σχίνο αποκτά και δενδρώδη μορφή. Οι καρποί του είναι μικροί, σφαιρικοί με έντονο κόκκινο χρώμα. Η περίοδος ανθοφορίας του σχίνου είναι από Μάρτιο έως και Ιούνιο.

Ασπάλαθοι ( Calicotome villosa)

 Ο ασπάλαθος (επιστημονική ονομάσια: Calicotome villosa, Καλυκοτόμη η εριότριχος) είναι φυτό της μεσογειακής χλωρίδας που ανήκει στην οικογένεια των Χεδρωπών, στα ψυχανθή. Είναι ένας πολυετής αγκαθωτός θάμνος με ύψος μέχρι 1,5 με 2 μέτρα. Προς το τέλος του χειμώνα αρχίζουν να βγαίνουν τα πρασινωπά μικρά φύλλα τους, τα οποία χωρίζονται σε τρία μικρότερα, χνουδωτά κάτω και λεία πάνω. Ανθίζει στις αρχές τις άνοιξης και τα άνθη του έχουν έντονο κίτρινο χρώμα και χαρακτηριστική οσμή. Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, της ξηράς περιόδου, όλο το φυτό προστατεύεται με ένα είδος καλοκαιρινής νάρκης, φαίνεται τελείως ξηρό, και μόνο τα αγκάθια και οι σπόροι του ξεπροβάλλουν.

 

Φρύγανα (Genista acanthoclada)

 Η Γενίστα η ακανθόκλαδη ή Χινοπόδι ανήκει στην οικογένεια  Fabaceae. Είναι ένας θάμνος, που φύεται σε λόφους και όρη της κεντρικής και νησιώτικης Ελλάδας. Το ύψος του φθάνει περίπου το 1,00 m και συνήθως παρουσιάζεται  σε  μορφή και σχήμα ωοειδές.

Ο θάμνος αυτός ονομάζεται σε αρκετές περιοχές και αφάνα. Στις απολήξεις φέρει λεπτούς πράσινους και ακανθωτούς βλαστούς και αυτή η μορφή τον βοηθά να επιβιώνει στις σκληρές καιρικές συνθήκες, ειδικά με την αύξηση της θερμοκρασίας, περιορίζοντας την απώλεια υδρατμών. Τα άνθη της ακανθοκλάδας είναι κίτρινα.  Η άνθισή τους αρχίζει, μετά από την άνθιση του ασπάλαθου, στα μέσα Απρίλη και διαρκεί έως και τον Μάη, βοηθώντας σε αυτή την περίοδο στην μελισσοκομία, γιατί στη νότια Ελλάδα,  η άνθιση των αγριολούλουδων σιγά σιγά σταματάει, και μπαίνουμε στη ξηρή περίοδο του καλοκαιριού. Παλαιότερα οι κάτοικοι των χωριών είχαν την γενίστα ακανθοκλάδα και σαν προσάναμα της φωτιάς.

Η Γενίστα ακανθοκλάδα είναι μέρος της αλυσίδας της διατήρησης της ισορροπίας των οικοσυστημάτων, γιατί με την εδαφοκάλυψη  στις καμένες ιδιαίτερα εκτάσεις μαζί με τους άλλους  μικρούς  αγκαθωτούς  θάμνους και φρύγανα , προστατεύει το επικλινές έδαφος από τη διάβρωση, δίνοντας  τη δυνατότητα  στους  φρυγανότοπους να αναπτυχθούν.

Ασφάκες ( Phlomis fruticosa)

 Η Ασφάκα (Φλωμίς η θαμνώδης, Phlomis fruticosa), είναι ξυλώδες φυτό – θάμνος της οικογένειας των Χειλανθών της τάξης των Σωληνανθών. Φυτρώνει κυρίως σε βραχώδη ή πετρώδη εδάφη και φτάνει έως ενάμιση μέτρο μέγιστο ύψος.

Ανθίζει ανάλογα την περιοχή από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Τα λουλούδια της έχουν χρώμα κίτρινο και είναι από τα λίγα φυτά που οι μέλισσες δεν παίρνουν το νέκταρ τους, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις στο τέλος της ανθοφορίας της.

Λεβάντα (Levandula stoechas)

Η Lavandula stoechas ανήκει στην οικογένεια των Labiatae ή Lamiaceae και είναι ένα είδος από το γένος των lavenders. Διαφέρει, ωστόσο, από τα κοινώς γνωστά lavenders, έχοντας μορφή φύλλων κάπως παρόμοια με τα φύλλα του δενδρολίβανου. Είναι αειθαλής θάμνος ο οποίος συνήθως φτάνει σε ύψος από 30 έως 100 εκατοστά. Τα λουλούδια που εμφανίζονται στα τέλη της άνοιξης και στις αρχές του καλοκαιριού, είναι ροζ ή μοβ.

 

Αγιοκλήμα (Lonicera etrusca)

 Το Αγιόκλημα (επιστ. Lonicera etrusca) είναι ένα φυλλοβόλο πολυετές φυτό που μπορεί να φτάσει το μήκος των 6 μέτρων. Είναι επενδεδυμένο με ωοειδή φύλλα μήκους αρκετών εκατοστών και φέρει πυκνά λουλούδια. Κάθε λουλούδι έχει μια επιμήκη σωληνωτή κορδέλα μήκους έως 5 εκατοστών που χωρίζεται σε δύο χείλη. Το λουλούδι είναι ανοιχτό κίτρινο έως ανοιχτό κοκκινωπό-ροζ. Οι στήμονες προεξέχουν από το στόμα του λουλουδιού. Ο καρπός είναι ένα λαμπερό κόκκινο στρογγυλεμένο μούρο.

Εφέντρα (Ephedra campylopoda)

 Η Εφέδρα η καμπυλόπους  (Ephedra campylopoda) ανήκει στην οικογένεια των Εφεδροειδών.  Άλλες ονομασίες της είναι κονδυλόχορτο, αγριολουβιά, κομπόχορτο, πολυγόνατο, ρέικι, κρεμαστήρα.

Είναι πολυετής θάμνος, αναρριχώμενος, πολυδιακλαδισμένος. Οι βλαστοί του σκληροί, αρθρωτοί, εύθραυστοι και μακριοί μέχρι 4 μέτρα σε χρώμα πρασινογάλαζο μοιάζουν με μαστίγια. Τα φύλλα αντίθετα είναι μικροσκοπικά, λεπιοειδή και οι καρποί μικροί, σαρκώδεις, κόκκινοι, υπόξινοι και φαγώσιμοι. Φύεται σε βράχους και μακκία βλάστηση από τη θάλασσα μέχρι την ορεινή περιοχή.

Ξυνήθρα (Oxalis pescaprae)

Το λουλούδι Oxalis pes-caprae ανήκει στην οικογένεια Oxalidaceae του γένους Oxalis.  Θεωρείται φυτό των τροπικών και υποτροπικών περιοχών και στην Ευρώπη απαντάται κυρίως στη Μεσογειακή ζώνη. Έρπουσα πολυετής πόα με φύλλα τρίλοβα που μοιάζουν πολύ με τα φύλλα του τριφυλλιού. Το ανθικό στέλεχος φτάνει σε ύψος το πολύ τα 10 με 15 εκατοστά. Είναι μελισσοκομικό φυτό καθώς δίνει γύρη αλλά και νέκταρ και μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στη συντήρηση των μελισσοσμηνών κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ο Oxalis pes-caprae παράγει πολλούς μικρούς βολβούς και δι’ αυτών διαδίδεται πολύ εύκολα και είναι πολύ δύσκολο να εξαλειφθεί από ένα μέρος, καθώς τραβώντας τα στελέχη αφήνει τους βολβούς πίσω.

 

Αγριελιά (Olea europea var. silvestris)

 Αυτοφυής αλλά και καλλιεργήσιμη ποικιλία που εντοπίζεται στην χώρα μας. Η αγριελιά είναι ένας πυκνός στρογγυλοποιημένος θάμνος, συνήθως με μέγιστη διάμετρο κόμης 3 – 4 μέτρα και μέγιστο ύψος 5 μέτρα. Οι κλάδοι έχουν ακανθώδη άκρα και τα φύλλα είναι σκούρα πράσινα, γυαλιστερά, δερματώδη και έχουν είτε οβάλ, είτε λογχοειδές σχήμα. Τα άνθη είναι λευκά και ανθίζουν Μάιο με Ιούνιο, ενώ οι καρποί έχουν σκούρο μοβ χρώμα και ωριμάζουν το φθινόπωρο και το χειμώνα.

Από το δέντρο της αγριελιάς παράγεται το αγριέλαιο ( Oleaster Olive Oil) το οποίο έχει ευεργετικές ιδιότητες για τον οργανισμό μας.

Ρείκι (Erica Manipuliflora)

Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Erica manipuliflora (Ερείκη η σπονδυλανθής) και ανήκει στην οικογένεια των Ερεικωδών. Είναι ένας πολύ όμορφος θάμνος που το ύψος του δεν ξεπερνά το ένα μέτρο. Έχει πυκνούς βλαστούς και φύλλα γραμμοειδή, άμισχα, αυλακωτά στην κάτω επιφάνεια. Το χαρακτηριστικό του θάμνου είναι ότι  ανθίζει από τις αρχές του φθινοπώρου έως και τον Νοέμβριο, σε αντίθεση με άλλα φυτά που ανθίζουν την άνοιξη, με εκατοντάδες μικρά κωδωνοειδή ρόδινα άνθη αραδιασμένα σε τσαμπιά. Αποτελεί έτσι σωτήρια λύση για τις μέλισσες μετά την καλοκαιρινή περίοδο που η άνθηση στα περισσότερα  είδη φυτών δεν υπάρχει.

Κισσάρια (Cistus creticus)

 Το φυτό Cistus creticus L. (Κίστος ο Κρητικός), ανήκει στην οικογένεια των Cistaceae (Κιστιδών). Ευδοκιμεί σε ξηρές περιοχές και καλύπτει μεγάλες εκτάσεις οι οποίες ονομάζονται κιστώνες. Τα φύλλα του φυτού είναι ωολογχοειδή µε κυματώδη κράσπεδα, τριχωτά, νευρώδη στην άνω επιφάνεια και γυρισμένα προς την βάση µε χρώµα βαθυπράσινο. Τα άνθη είναι πορφυρά φύονται δε στις κορυφές των τρυφερών κλώνων. Η στεφάνη του άνθους έχει πέντε πέταλα στρογγυλά, πλατιά και μακριά. Ο κάλυκας των ανθέων είναι διηρηµένος σε πέντε ωοειδή σέπαλα καλυπτόμενα από µμακριές αστεροειδείς τρίχες.

 

Λιμόνιο το κολπωτό, Limonium siuatum

 Το Λιμόνιο το κολπωτό (Limonium siuatum) ή προβάτσα είναι ένα αρκετά διαδεδομένο πολυετές φυτό. Ο κύκλος του ξεκινά από τα μέσα Φεβρουαρίου οπότε και φύονται τα πρώτα φύλλα, συγκεντρωμένα στη βάση σε ρόδακα, πρασινωπά, χνουδωτά, με οδοντωτές παρειές. Σε μερικές νησιωτικές περιοχές τα φύλλα απαντώνται και στη μαγειρική. Το φυτό σε δύο μήνες αναπτύσσει τους ανθεκτικούς σκληρούς βλαστούς του και προς το τέλος της Άνοιξης, εμφανίζονται τα άνθη του, κυανά και λευκά. Οι βλαστοί είναι σκληροί, χνουδωτοί, τετραγωνικής διατομής. Κατά τη διάρκεια της άνθισης τα φύλλα στη βάση ξεραίνονται και το φυτό διατηρείται μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού.

Σαρκοποτήριο το ακανθώδες (Sarcopoterium spinosum).

Το Σαρκοποτήριο το ακανθώδες (Sarcopoterium spinosum) ή Αφάνα ή Αστοιβίδα βρίσκεται κυρίως σε χαμηλώματα, πεδινές λοφώδεις και ημιορεινές περιοχές. Αυτός ο τύπος βλάστησης είναι χαρακτηριστικός των μεσογειακών οικοσυστημάτων και θεωρείται ότι είναι συνήθως αποτέλεσμα υποβάθμισης προϋπάρχουσας μακκίας και δάσους. Αναπτύσσεται κυρίως σε φτωχά, άγονα και βραχώδη εδάφη. Προσαρμόζεται εύκολα σε ξηρό και θερμό περιβάλλον, ενώ τα φυτά του έχουν την ιδιότητα να παρουσιάζουν εποχικό διμορφισμό, δηλαδή τα μεγάλα φύλλα του χειμώνα μετατρέπονται σε μικρά και χνουδωτά φύλλα το καλοκαίρι. Αυτό το χαρακτηριστικό τους επιτρέπει να εξοικονομούν νερό. Αποτελούν την άμυνα της φύσης ενάντια στην ερημοποίηση. Τέλος πρόκειται για σημαντικές διαπλάσεις, καθώς συνιστούν βιότοπο για πολλά είδη ερπετών και φιλοξενούν πολλά είδη φυτών.

 

 

Κουμαριά (Arbutus unedo)

Η κουμαριά είναι ένας από τους βασικούς θάμνους της μεσογειακής μακίας. Στη χώρα μας συναντώνται δύο είδη: η Κουμαριά (Arbutus unedo) και η Αγριοκουμαριά ή Ελαφοκουμαριά ή Γλιστροκουμαριά (Arbutus andrachne). Ανήκουν στην οικογένεια Ericaceae (Ερικίδες) στην οποία υπάγονται και τα ρείκια. Είναι θάμνος με στενά γυαλιστερά φύλλα, που έχει ύψος 2-3 μέτρα, αλλά σπάνια μπορεί να φτάσουν και τα 12 μέτρα. Πολλαπλασιάζεται με σπόρους που πέφτουν από τους καρπούς της στο έδαφος. Τα κούμαρα ωριμάζουν ένα περίπου χρόνο μετά την ανθοφορία τους. Έτσι μπορούμε να δούμε πάνω στο δέντρο την ίδια στιγμή καρπούς αλλά και λουλούδια. Ο καρπός της είναι σαρκώδης ρόγα, μεγέθους 1-2 εκατοστά, ο οποίος, πριν ωριμάσει είναι κίτρινος και σιγά σιγά με την ωρίμανση μετατρέπεται σε κατακόκκινο. Τα κούμαρα τρώγονται αφού ωριμάσουν καλά. Ακόμη πρέπει να αποφεύγουμε να τρώμε υπερώριμους καρπούς. Το φυτό μάς «προειδοποιεί» για το πότε πρέπει να τρώμε ένα κούμαρο. Αν δεν έχει ωριμάσει αρκετά είναι αρκετά στυφό και άγευστο. Αλλά, στην πλήρη ωρίμανση του είναι ένας πολύ εύγεστος καρπός.

Οι κουμαριές είναι φυτά που αντέχουν στις πυρκαγιές. Μετά τη φωτιά πετούν αμέσως νέα άφθονα βλαστάρια κι έτσι προστατεύονται τα εδάφη από τη διάβρωση της βροχής.

Σταμναγκάθι (Cichorium spinosum)

 Το Κιχώριο το αγκαθωτό (Cichorium spinosum) ή σταμναγκάθι είναι συγγενικό είδος με το κοινό πικροράδικο και, μάλιστα, με παρόμοιο άνθος. Διαφέρει στο ότι προτιμά βραχώδεις και παραθαλάσσιες θέσεις και περιβάλλεται από ένα πυκνό αγκαθωτό πλέγμα. Τους αποξυλωμένους βλαστούς του φυτού τους χρησιμοποιούσαν παλιότερα, για να προστατεύουν από τα έντομα το νερό στις στάμνες. Από κει προήλθε και η ονομασία σταμναγκάθι. 

Ο Κρίνος της θάλασσας

Ο Κρίνος της θάλασσας (επιστημονική ονομασία: Pancratium maritimum) είναι αυτοφυές φυτό που συναντά κανείς σε αμμώδεις θαλάσσιες ακτές της Μεσογείου. Ανήκει στην συνομοταξία των αγγειοσπέρμων της οικογενείας των αμαρυλλιδών. Βολβώδες πολυετές φυτό με μακρύ λαιμό και χρώμα γλαυκό. Τα φύλλα εμφανίζονται στο τέλος του φθινοπώρου και μοιάζουν πολύ με ίσιες μακριές κορδέλες, με περίπου 2 εκατοστά πλάτος και μισό μέτρο μήκος, που στην περίοδο της ανθοφορίας έχουν ήδη μαραθεί. Ανθίζει από τον Ιούλιο μέχρι τον Οκτώβριο. Τα κατάλευκα άνθη του έχουν σχήμα μεγάλης χοάνης και μια ευχάριστη και πολύ λεπτή ευωδιά κρίνου, η οποία αναπτύσσεται κατά τις απάνεμες καλοκαιρινές νύχτες, που επιτρέπουν αυτό το λεπτό άρωμα να γίνει αντιληπτό.