Μετάφραση του άρθρου που είχε δημοσιευτεί στο Γερμανικό περιοδικό “Stern”

1η διαδρομή

Τα νησιά: Έτσι πηγαίνει κανείς: Με το πλοίο από τον Πειραιά στη Σίφνο, στη συνέχεια στη Μήλο και στην Κίμωλο. Κι έπειτα στην Φολέγανδρο. Πιο πάνω τα μεγαλύτερα νησιά Πάρος και Νάξος, στη σκιά των οποίων βρίσκονται οι Μικρές Κυκλάδες (Ηρακλειά, Σχοινούσσα, Κουφονήσι) και η Αμοργός. Ή και με άλλη σειρά. Αυτό είναι ελευθερία.

Ίσως και λόγω της διαφήμισης που βρήκε το ευαίσθητο σημείο μας. Λίγο πιο ήσυχα και μελαγχολικά από παλιότερα. Το παρελθόν ήταν μεγαλύτερο από το μέλλον. Αυτό δημιουργεί την κοινωνία.

Για να κατανοήσουμε τί έχει συμβεί με την Ελλάδα, αρκούν μερικοί αριθμοί. Σχεδόν κατά 1/3 έχει συρρικνωθεί η ελληνική οικονομία, κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα ποτέ σε μία βιομηχανική χώρα εν καιρώ ειρήνης. Κατά μέσο όρο έχουν χάσει οι άνθρωποι περίπου το 1/3 του εισοδήματός τους. 4 στους 10 Έλληνες κερδίζουν σήμερα λιγότερα από 700 ευρώ μεικτά, 1 στους 2 συνταξιούχους λαμβάνει λιγότερα από 500. Σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της ΕΕ, μόνο στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία είναι το ποσοστό φτώχειας υψηλότερο.

Ένας τελευταίος αριθμός, το αποτέλεσμα όλων αυτών: Τουλάχιστον ένα εκατομμύριο Έλληνες έχουν μεταναστεύσει σε άλλες χώρες, το 88% από αυτούς με ακαδημαϊκά προσόντα.

Μια τέτοια κρίση δημιουργεί μια προηγούμενη και μια επόμενη κατάσταση. Οι Έλληνες συνήθισαν να μιλούν για τη «νέα κανονικότητα». Σε αυτήν συμβαίνουν πολλά ταυτόχρονα. Ένας μπορεί να τα πηγαίνει λίγο καλύτερα, άλλοι μπορεί να υποφέρουν όπως και πριν. Αν καθίσουμε σε έναν παράδρομο στην Αθήνα σε ένα ωραίο μπαρ, με ωραίους ανθρώπους γύρω γύρω, και κοιτάξουμε ψηλά, είναι εκεί μια μαυρισμένη πρόσοψη, πίσω από την οποία εδώ και καιρό πια δεν ζει κανείς.

Ένας δρόμος είναι γεμάτος με τα ατελιέ νέων σχεδιαστών κοσμημάτων, στον επόμενο δρόμο έχουν εγκατασταθεί αναρχικοί σε κατεδαφισμένες βίλες.

Σε μια κρυφή αυλή έχει ανοίξει ένας χώρος που συνδυάζει χώρους εργασίας για δημιουργική απασχόληση και μια γκαλερί τέχνης. Στο διπλανό δρομάκι κάθονται δέκα εξαρτημένοι από ναρκωτικά που παίρνουν τη δόση τους. Κανένας αστυνομικός δεν τους δίνει σημασία.

Έχει αρχίσει να κινείται κάτι. Στην Αθήνα ανακαλύπτονται εκ νέου ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα, στα οποία πριν δυο- τρία χρόνια τα σπίτια ήταν ακόμα άδεια. Τρώμε και πίνουμε σε μπαρ και εστιατόρια, πουμόλις έχουν εγκαινιαστεί. Υπάρχει χώρος για ιδέες, τα ενοίκια είναι σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη ακόμα χαμηλά. Ο,τιδήποτε νεοπλουτίστικο έχει εξαφανιστεί. Η πόλη δείχνει να αναζητά τον εαυτό της.

Στο “Couleur Locale”, μια καφετέρια σε ταράτσα με θέα στην Ακρόπολη, κάθονται δυο φίλοι και συνεργάτες.Τα ονόματά τους; Τζένη Δημητρακοπούλου και Νίκος Καστρανάκης, αλλά στην ηλεκτρονικήτους αλληλογραφία υπογράφουνως “Jeannie & Nikos”.

Είναι ένα καλοκαιρινό πρωινό και η Τζένη και ο Νίκος μας αφηγούνται τη νέα τους αρχή. «Δεν θα έπρεπε να ιδρύσει κάποιος στην Ελλάδα μια επιχείρηση», λέει ο Νίκος. «Κανείς δεν θα το έκανε». Αυτοί όμως το τόλμησαν.

Τα νέα ξεκινήματα, ο επαναπροσδιορισμός και η αλλαγή πορείας είναι κάτι, στο οποίο οι Έλληνες έχουν εξασκηθεί. Όχι τώρα, εδώ και γενιές.Όταν ο Νίκος πριν λίγα χρόνια ήταν στο αεροπλάνο με σκοπό να αναζητήσει την τύχη του στο Λονδίνο, ήταν απλώς η συνέχεια της οικογενειακής του ιστορίας, καθώς οι γονείς του εργάζονταν στη Σαουδική Αραβία.Η Τζένη είχε παππούδες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη σημερινή Τουρκία, αυτή γεννήθηκε στη Μελβούρνη, αργότερα επέστρεψαν οι γονείς της στην Αθήνα και η Τζένη μεγάλωσε εδώ.

Η Τζένη διατηρούσε στην Αθήνα ένα ταξιδιωτικό γραφείο, ο Νίκος έψαχνε για κάτι καινούριο.Είχε περάσει χρόνια ολόκληρα μέσα στο γραφείο του σε μία τράπεζα στο Λονδίνο.Είχε καταρρεύσει δυο φορές.Παραιτήθηκε και βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα: Να παραμείνει στο Λονδίνο και να μένει στον αδερφό του, ο οποίος έμενε επίσης στην πόλη, και να κοιμάται στον καναπέ ή να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου τα ενοίκια ήταν αρκετά χαμηλότερα, με σκοπό να σκεφτεί τι θα κάνει. Σε δικό του διαμέρισμα.

Ο Νίκος σκέφτηκε για πρώτη φορά, τί ήταν αυτό που ήθελε πραγματικά.Η ζωή του στο Λονδίνο ήταν σε υπερβολικάγρήγορουςρυθμούς.ΤίείδουςStart-up επιχείρηση θα λειτουργούσε στην Ελλάδα; Θα έπρεπε να έχει σχέση με τον τουρισμό, τον μοναδικό τομέα που είχε άνθηση.

Η Τζένη και ο Νίκος, που γνωρίζονταν από παλιά, ένωσαν την αγάπη του για τα roadtripsστην Πελοπόννησο, τους άρεσαν οι άδειοι δρόμοι, τα χωριουδάκια πίσω από τα βουνά, οι ξεχασμένες ταβέρνες, οι μικροί κολπίσκοι, που μόνο με βάρκα είχαν πρόσβαση.

«Το καλό στην κρίση είναι», λέει ο Νίκος,<<οτι πηγαίνοντας στο εξωτερικό ήρθαμε σε επαφή με νέες ιδέες>>.

Ο Νίκος γνώριζε για τους «ψηφιακούς νομάδες», που δεν πηγαίνουν σε γραφείο, αλλά που δουλεύουν με τον φορητό τους υπολογιστή όπου κι αν βρίσκονται. Στην Ταϊλάνδη, στη Νότια Αμερική. Ή σε ένα ελληνικό νησί. Παράλληλα υπάρχουν οι απομακρυσμένοι εργαζόμενοι (remote workers), οι οποίοι εγκαθίστανται μόνιμα στον τόπο που επιθυμούν, ακόμα κι αν είναι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τους συναδέλφους τους.

Είναι οι πελάτες του “Erratic Paths”, ενός ταξιδιωτικού γραφείου του 21ου αιώνα, που δημιούργησαν η Τζένη και ο Νίκος.

2η διαδρομή

Η στεριά: Ξεκινάμε για τις απέραντες παραλίες της Πύλου, κάνουμε σύντομη στάση για μπάνιο κάτω από τους καταρράκτες στο Πολυλίμνιο, έπειτα πάμε στην απόκρυμνη ακτή της Μάνης και στην καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς. Στο τέλος φτάνουμε στην παλιά πόλη του Ναυπλίου και στην κομψότατη Ύδρα.

Για ανθρώπους πέρα από την εβδομαδιαία εργασία των 38 ωρών και των ετήσιων διακοπών των έξι εβδομάδων. Για ανθρώπους από έναν νέο εργασιακό κόσμο, οι οποίοι ταυτόχρονα θέλουν να ταξιδεύουν και να δουλεύουν με μέτρο. Για αυτούς που δεν περιστρέφονται όλα γύρω από έναν στόχο, αλλά νόημα έχει να είναι καθ’οδόν. Και για εταιρείες, των οποίων οι συνεργάτες είναι διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο. Τέτοιες εταιρείες κάνουν κράτηση μέσω της Τζένης και του Νίκου για roadtripsσε όλη την Ελλάδα, για να γνωριστούν με τους συναδέλφους τους.

Δεν έχει η εταιρεία τρελή επιτυχία, αλλά δεν τα πηγαίνει και άσχημα. Απλά θέλει τον χρόνο της. «Έχουμε μάθει να τα καταφέρνουμε με τις αλλαγές, και το ρίσκο. Η δουλειά μας ίσως να μην υπάρχει αύριο. Θα έχουμε, όμως, την γνώση και την δημιουργικότητά μας».

Πριν την κρίση ίσως να άνοιγαν η Τζένη και ο Νίκος ένα ξενοδοχείο στη Μύκονο. Τώρα κάνουν κάτι που ταιριάζει στην προσωπικότητά τους. Αν αυτό τους οδηγήσει στην επιτυχία, έχει καλώς. Αλλά δεν έχουν την προσδοκία να γίνουν πλούσιοι. «Ένας φυσιολογικός μισθός αρκεί», λέει ο Νίκος.

Είναι αυτές οι συζητήσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων νιώθουμε τη νέα εποχή στην Αθήνα. Συζητήσεις με ανθρώπους, που έχουν βιώσει αθετήσεις και απογοητεύσεις στο βιογραφικό τους, κάτι που όμως τους κρατά σε εγρήγορση. Τέτοιες αθετήσεις έχει βιώσει σχεδόν κάθε Έλληνας.

Αυτό κρατά τη χώρα σε εγρήγορση.

Συνυπάρχουν η ανάπτυξη με την εξαθλίωση. Από την καφετέρια, όπου η Τζένη και ο Νίκος οργανώνουν την Start-up εταιρεία τους, είναι μόνο λίγα λεπτά απόσταση από τον Βορρά, από την τουριστική Αθήνα ως την Αθήνα των προσφύγων και των ναρκομανών.

Είναι οι δρόμοι γύρω από την πλατεία της Ομόνοιας, η περιοχή όσων έχουν χάσει τα πάντα. Εδώ βρίσκεται το κοινωνικό ιατρείο των «Γιατρών του κόσμου», ενός οργανισμού, ο οποίος πριν ξεσπάσει η κρίση έστελνε Έλληνες γιατρούς σε αναπτυσσόμενες χώρες.

«Τώρα πρέπει να προσφέρουμε βοήθεια στη δική μας χώρα», λέει ο Αναστάσιος Υφαντής, ο διευθυντής του οργανισμού. Αυτός ο οργανισμός διατηρεί κλινικές, στέλνει όμως επίσης τους γιατρούς του σε μικρά νησιά και σε ορεινά χωριά. Περιοχές, στις οποίες εν μέρει δεν παρέχεται καμία υγειονομική περίθαλψη. «Συναντάμε ασθενείς, που περιμένουν χρόνια για έναν γιατρό», λέει ο Υφαντής.

Στα χρόνια της κρίσης μείωσε το κράτος τα έξοδα για την υγεία τόσο πολύ, ώστε αυτά ανέρχονταν κάποια στιγμή σε κάτι λιγότερο από τα μισά. Κατά διαστήματα δεν είχε ο 1 στους 3 Έλληνες ασφάλεια υγείας. Οργανισμοί σαν αυτόν καλύπτουν αυτό το κενό, που έχει δημιουργήσει το κράτος. Τουλάχιστον το προσπαθούν.

«Όταν ερχόμαστε στα χωριά, οι άνθρωποι εκπλήσσονται που κάποιος τους σκέφτηκε», λέει ο Υφαντής.

Υπάρχει και μια άλλη πλευρά στη ιστορία. «Η κρίση μας σήκωσε από τον καναπέ», είπε ο ίδιος. «Μας έβγαλε έξω, στην πραγματική ζωή».  Βρίσκουμε όλο και περισσότερους γιατρούς, που έχουν διάθεση να βοηθήσουν. Ειδικά οι νέοι βλέπουν το επάγγελμά τους ως ανθρωπιστικό λειτούργημα. Όχι ως μέσο για να κερδίσουν πολλά χρήματα.

Ενώ ο Υφαντής μιλά για όλα αυτά, αντιλαμβανόμαστε πώς οι άνθρωποι έχουν αντέξει στα χρόνια της κρίσης. Γιατροί προσφέρουν τις υπηρεσίες τους αμισθί. Νοσοκόμες τηλεφωνούν σε άλλες κλινικές για ανταλλαγή φαρμάκων, όταν έχουν έλλειψη σε κάποιο. Οι άνθρωποι αυτοσχεδιάζουν και δείχνουν την αλληλεγγύη τους.

«Και μας έχει γίνει ξεκάθαρο, ότι οι νέοι σήμερα θέλουν μια καλύτερη χώρα και οτι είναι διατεθειμένοι να κάνουν κάτι γι’ αυτό», λέει ο Υφαντής.

Συχνά μιλούν οι άνθρωποι αυτού του κειμένου με τα ίδια λόγια όταν εκφράζονται, ακόμα κι αν δεν γνωρίζονται, ακόμα κι αν εργάζονται σε διαφορετικούς τομείς. Σε έναν οργανισμό περίθαλψης, σε μια τουριστική Start-up εταιρεία, στην διαφήμιση. Τους ενώνει ότι θέλουν να αφήσουν πίσω την πελατειακή πολιτική, τη διαφθορά. Δεν θέλουν ξανά την παλιά Ελλάδα, στην οποία δεν λειτουργούσε η έννοια της κοινότητας, επειδή ο καθένας σκεφτόταν μόνο τον εαυτό του και την οικογένειά του.

Ταυτόχρονα επιθυμούν να ζήσουν με τις παλιές ελληνικές αξίες, τις οποίες στα χρόνια της ευημερίας πολλοί θεωρούσαν αναχρονιστικές. Την απλή, καλή ζωή σε αρμονία με τον εαυτό μας και το περιβάλλον.

Το φιλότιμο είναι μια ελληνική λέξη που κυριολεκτικά σημαίνει η αγάπη για την Τιμή. Ακούγεται παντού, και στην Αθήνα, αλλά κυρίως όταν εγκαταλείπουμε την πόλη. Όταν μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και οδηγούμε προς την Πελοπόννησο. Ή όταν ταξιδεύουμε με το πλοίο.

Το νησί

Νωρίς το πρωί αδειάζει κάθε επτά λεπτά το Μετρό στον Πειραιά έναν συρμό (καραβάνι κανονικό!), παντού θόρυβος από τις βαλίτσες με τα ροδάκια πάνω στην άσφαλτο, απέναντι στην άλλη πλευρά του δρόμου περιμένουν τα πλοία για αναχώρηση.

Οι διακοπές αρχίζουν.

Όποιος μπορεί, περνάει τις διακοπές του μακριά από την Αθήνα, σε ένα νησί ή σε ένα χωριό, στο οποίο υπάρχει ακόμα ένα σπίτι από τους γονείς ή τους παππούδες. Τον τόπο, που πολλοί Έλληνες δηλώνουν στο facebookσαν τόπο καταγωγής, ακόμα και αν έχουν περάσει όλη τους τη ζωή στην Αθήνα.

Όποιος προλάβει το πλοίο των 7 το πρωί, μπορεί ακόμα και πριν το μεσημεριανό φαγητό να κάνει μια βουτιά σε νησί των Κυκλάδων. Σε ένα νησί, για το οποίο πιθανότατα στη Γερμανία κανένας δεν έχει ακούσει, ακόμα κι αν τον περασμένο χρόνο 4,4 εκατομμύρια Γερμανοί έκαναν διακοπές στην Ελλάδα. Συνολικά ήταν 33 εκατομμύρια επισκέπτες, αριθμός ρεκόρ!

Ένα τέτοιο νησί είναι η Κίμωλος. Πολύ κοντά στη μεγαλύτερη Μήλο, γι’ αυτό και συχνά την αγνοούμε. Όχι πολύ μακριά από την Αθήνα και όμως πολύ μακριά. Μόνο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο γέμισε με όσους φεύγουν από την Αθήνα για να γλιτώσουν από τον καύσωνα, τον χειμώνα ζουν εδώ 350 άνθρωποι.

Τα πρωινά γυρίζουν οι ψαράδες με τα μηχανάκια τους από πόρτα σε πόρτα και προσφέρουν την ψαριά τους. Οι ηλικιωμένοι γυρίζουν στο χωριό με τα γαϊδουράκια τους, το βράδυ κάθονται οι οικογένειες σε πλαστικές καρέκλες μπροστά στα σπίτια τους, τα δρομάκια είναι το καθιστικό τους. Είναι η ζωή, την οποία οι Αθηναίοι μόνο από τις αφηγήσεις των παππούδων τους γνωρίζουν. Πιο φυσική, πιο υγιεινή, πιο ευτυχισμένη. Το νησί ως το αντίθετο της Αθήνας. Ένας τόπος που δεν γνωρίζει τη λέξη «άγχος».

Με προορισμό την Κίμωλο υπάρχει μόνο μια γραμμή πλοίου. Στο νησί βρίσκουμε: ένα λιμάνι, ένα χωριό, έναν αστυνομικό, ένα λεωφορείο, ένα ταξί με οδηγό μια γυναίκα.

Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται η «Καλή καρδιά», το πρωί καφενείο, αργότερα ταβέρνα, κυρίως όμως ο χώρος μάζωξης των ντόπιων από το 1920. Ο Αποστόλης Βεντούρης το διατηρεί ήδη ως τρίτη γενιά, σερβίρει τους ανθρώπους, αλλά είναι και κομμωτής. « Οι άνθρωποι έρχονται εδώ και ανοίγουν την καρδιά τους στους φίλους τους», λέει ο ίδιος.

Η Ελλάδα δεν γνωρίζει το τέλος του καφενείου ή της ταβέρνας. Το καφενείο, που στη σύγρονη εποχή λέγεται καφετέρια, είναι για τους Έλληνες της επαρχίας μια ψυχοθεραπεία που τους βοήθησε στα χρόνια της κρίσης. «Συζητούν για πολιτική, αλλά όχι μόνο. Για τη δουλειά. Για την οικογένεια. Για τα πάντα.», λέει ο Βεντούρης.

Η Κίμωλος είχε κάποτε περισσότερους μόνιμους κατοίκους. Έχουν απομείνει μόνο τρεις ψαράδες. Οι νέοι φεύγουν, όπως και από τις περισσότερες περιοχές της γερμανικής επαρχίας. Ποιος θέλει να ζήσει εδώ, όπου τον χειμώνα το πλοίο έρχεται μόνο τρεις φορές την εβδομάδα ή ίσως και καθόλου, αν δεν το επιτρέπει ο καιρός;

Η ζωή εδώ μοιάζει με τη ζωή σε άλλο πλανήτη.

Ο Φώτης Μαρινάκης είναι 37 ετών, γεννήθηκε στον Πειραιά, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και τώρα ζει στην Κίμωλο. Όλο τον χρόνο. Λέει ότι δεν θέλει να φύγει ποτέ από το νησί. Ο Φώτης έχασε πρόσφατα τη μητέρα και τον πατέρα του. Είχαν γεννηθεί στο νησί και εδώ είναι θαμμένοι και ο Φώτης θέλει να είναι κοντά τους. Επέστρεψε στην Κίμωλο και ανακαίνισε το σπίτι των παππούδων του.

Ο θάνατος των γονιών του, που δεν ήταν μεγάλοι σε ηλικία, τον έριξε πολύ ψυχολογικά. Ήταν τα πρώτα χρόνια της κρίσης, όλη η χώρα ήταν σε κατάθλιψη. Ο Φώτης μιλάει για αυτό που τον τράβηξε πάλι στη ζωή. Η κοινότητα της Κιμώλου, που επίσης είχε πληγεί από την κρίση, ζητούσε εθελοντές. Ανθρώπους, που θα καθάριζαν τα μονοπάτια του νησιού, θα μάζευαν τα σκουπίδια από τις ακτές. Δημόσια καθήκοντα δηλαδή.

Τότε δημιουργήθηκαν οι «Κιμωλίστες», μια κίνηση πολιτών για το νησί. Ο Φώτης λέει, ότι χάρη στους Κιμωλίστες ξεπέρασε την δύσκολη αυτή κατάσταση που περνούσε. Αρχικά μάζεψε βιβλία στην Αθήνα και τα τοποθέτησε σε διάσπαρτα σημεία του νησιού σε ευφάνταστα ράφια ή μπαούλα, όπου διατίθενται δωρεάν. Οργάνωσε ομαδικές πεζοπορίες. Και τρίτον, ένα χειμωνιάτικο βράδυ που έβλεπε ταινία στο σπίτι του, σκέφτηκε την ιδέα του κινηματογράφου.

Όσες μέρες δεν έχει δυνατό αέρα, στήνει ο Φώτης μια οθόνη, πότε πάνω στο κάστρο, πότε σε ένα μικρό σοκάκι, πότε σε παραλία. Για τους νέους αναρτεί το πρόγραμμα στην ομάδα των Κιμωλιστών στο facebook, για τους μεγαλύτερης ηλικίας ενδιαφερόμενους ανακοινώνει τις δράσεις της ομάδας με ένα μεγάφωνο περνώντας από όλα τα δρομάκια.

Το βράδυ στις 9 έχουν ήδη πάρει θέση οι άνθρωποι σε πλαστικές καρέκλες, έχοντας γύρω τους πολλά μικρά φαναράκια και παρακολουθούν είτε μια ιταλική ταινία της δεκαετίας του ’70 ή μια σύγχρονη ταινία του Χόλιγουντ. Ζουν την απόλυτη καλοκαιρινή ατμόσφαιρα και νιώθουν ότι το νησί αποκτά ζωντάνια.

Οι ‘Ελληνες, πιστεύει ο Φώτης, επιθυμούν τον πολιτισμό, είναι στο DNA τους. Όταν πας βόλτα μαζί του στο νησί, προχωράς πολύ αργά, γιατί όλοι τον χαιρετούν με το όνομά του. Στο νησί είναι πιο στενά από το χωριό, δεν το αφήνεις έτσι εύκολα. Ο Φώτης δεν θέλει κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως. Αναφέρεται στον τόπο του λέγοντας ότι είναι ένας διαφορετικός πλάνήτης ή παράδεισος.

Σε ένα τραπεζάκι στο καφενείο «καλή καρδιά» κάθεται ένας ηλικιωμένος κύριος, ο οποίος πίνει το καφεδάκι του εδώ, στο ίδιο σημείο, από τότε που ο παππούς διατηρούσε το μαγαζί αυτό. «Ο άνθρωπος έχει εδώ τα πάντα, δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο», λέει ο ίδιος. Υπάρχουν κατσίκες, λαχανικά από τον κήπο και φρέσκα ψάρια από την θάλασσα. «Είναι όλα εδώ», λέει ο ηλικιωμένος. Στα παιδιά του δεν λέει αυτή η ζωή και πολλά, στα εγγόνια του όμως είναι αλλιώς. Δίνουν αξία σε ό,τι πραγματικά μετράει. Όπως η ελευθερία στο μυαλό.

Μερικές φορές έρχονται επιπλέον τρεις αστυνομικοί από μεγαλύτερο νησί, μένουν εδώ τρεις μέρες και ελέγχουν την τάξη και τα θέματα δικαίου. «Κι εμείς τηρούμε τον κώδικα κυκλοφορίας τρεις μέρες», λέει ο ηλικιωμένος.

Μια ζωή χωρίς πολλούς κανόνες, επειδή εδκει και ﷽﷽υς ανώ οι άνθρωποι ξέρουν τι τους ανήκει και πως θα ζήσουν καλά και ευτυχισμένα. «Μέσα μας ξέρουμε τι είναι σωστό». Αυτό λέει ο Νίκος, ο ταξιδιωτικός πράκτορας από την Αθήνα. «Είναι το φιλότιμο». Αυτό είναι και το όνειρο της Κιμώλου, γι’ αυτό έρχονται οι άνθρωποι εδώ. Τι είναι αυτό που κάνει το νησί ξεχωριστό; «Το ‘εμείς’», λέει ο Βεντούρης, ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας «καλή καρδιά». «Οφείλεται στους ανθρώπους». Είναι στο χέρι των παιδιών του να αναλάβουν την ταβέρνα. Αν θα αποφασίσουν να συνεχίσουν την παράδοση ή αν δεν επιθυμούν να ζουν μοναχικούς χειμώνες.

Όπως συμβαίνει με κάθε γιατρό στην Αθήνα που ή θα δραστηριοποιηθεί σε έναν οργανισμό που παρέχει βοήθεια ή θα προτιμήσει να πάει να δουλέψει στο εξωτερικό. Ή με έναν επιχειρηματία που τολμά να κάνει μια νέα αρχή παρά την γραφειοκρατία και την υψηλή φορολογία. Ή με τον πατέρα από την διαφήμιση, που ή θα συνεχίσει να κάθεται στον καναπέ ή θα πιστέψει στον εαυτό του.

Και θα αρχίσει να χορέυει.

 

Raphael Geiger (Ζει από το 2017 στην Αθήνα ως ανταποκριτής του γερμανικού περιοδικού Stern . Του αρέσει η πόλη που αλλάζει.)

Φωτογράφος: Christian Kerber (Είχετην πολυτέλεια ναμηνξέρει ποιόμοτίβο να πρωτοεπιλέξειγια να φωτογραφήσει.)ττ

 

Στις 22 προτάσεις που κάνει για διανυκτέρευση, φαγητό και εμπειρίες στην Ελλάδα, αναφέρει (νούμερο 16) τον θερινό κινηματογράφο και προτείνει την Κίμωλο (και αναγράφει την ιστοσελίδα των Κιμωλιστών) όπως και τους κινηματογράφους στην Αθήνα.

 

 

 

Ευχαριστούμε πολύ την φίλη της ομάδας Νατάσα Σπανού για την μετάφραση αυτού του δημοσιεύματος.

 

 

 

 

Author: Fotis

Share This Post On

Submit a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.